Είσοδος

Ποιoς είναι online

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 103 επισκέπτες και κανένα μέλος

Πού βρίσκεσαι:

9.30 Παρασκευή πρωί

Χωροχρόνος: Παρασκευή πρωί. Ώρα 9:30, σε γνωστό «κυριλέ» καφέ της πόλης μας.

Συνθήκη: Συναντηθήκαμε οι δύο φίλες -συγγραφείς του παρόντος- για να ανταλλάξουμε τα νέα μας. Μαζί με τον ζεστό καφέ και τα κουλουράκια απολαμβάνουμε την πανέμορφη θέα της συννεφιασμένης Θεσσαλονίκης, που γεννάει συναισθήματα ρομαντισμού και χαλάρωσης. Την ώρα αυτή, βρισκόμαστε στο μαγαζί περίπου δέκα πελάτες, δύο παρέες δηλαδή -η μία ήταν η δική μας- και το προσωπικό.

Ξαφνικά, μπαίνει στο μαγαζί μια κοπέλα που φαίνεται να έχει κάποιο είδος αναπηρίας. Λέει πως περιμένει «το λεωφορείο» και ρωτάει αγχωμένη τους λιγοστούς πελάτες και το προσωπικό της καφετέριας αν έφτασε το λεωφορείο. Άλλοι της απαντούν ευγενικά, ενώ κάποιοι άλλοι την αγνοούν. Εμείς στεκόμαστε απλοί παρατηρητές μιας και δε μας απευθύνει το λόγο.

Μέσα στα επόμενα δέκα λεπτά, φτάνει το αναμενόμενο λεωφορείο και η καφετέρια γεμίζει με πρόσωπα με αναπηρίες, νοητικές ή σωματικές, που όπως καταλάβαμε, είναι ένοικοι γνωστού ιδρύματος της πόλης μας.

Μια παρέα στρατιωτικών φαίνεται να ενοχλείται από την εικόνα τους και αμέσως μόλις μπαίνουν μέσα οι ανάπηροι μεταφέρουν τα πράγματά τους και κάθονται στον εξωτερικό χώρο της καφετέριας.

Οι ανάπηροι τακτοποιούνται μόνοι τους στα τραπέζια με την παρέα της επιλογής τους.

Εν τω μεταξύ, ένα μέλος του προσωπικού που τους συνόδευε θέτει στους υπόλοιπους συναδέλφους του την ερώτηση «εμείς πού θα καθίσουμε;». Οι συνοδοί επιλέγουν το τραπέζι με την καλύτερη θέα. Αφού δίνουν οι ίδιοι την παραγγελία στο σερβιτόρο για λογαριασμό των αναπήρων χωρίς να τους δώσουν την ευκαιρία να το κάνουν μόνοι τους, κάθονται ξεχωριστά με γυρισμένη την πλάτη τους και απολαμβάνουν ευχαριστημένοι όπως φαίνεται το αφέψημα της επιλογής τους.

Κάποιοι ανάπηροι δείχνουν να περνάνε καλά και γελάνε με τους φίλους τους, τους άλλους ανάπηρους. Την ίδια στιγμή, κάποιοι άλλοι, που έχουν επιλέξει τα πιο απομονωμένα τραπέζια, κάθονται αμίλητοι χωρίς να ανταλλάζουν ούτε μια κουβέντα. Το προσωπικό φαίνεται να περνάει καλά. Η μόνη αλληλεπίδραση μεταξύ προσωπικού και ενοίκων ήταν η έκφραση «μη φωνάζετε γιατί ενοχλείτε». Άραγε ποιους; Αναρωτιόμαστε μιας και οι μόνοι πελάτες εντός της καφετέριας πλέον είμαστε εμείς οι δύο συγγραφείς που δε δείχνουμε σημάδια ενόχλησης.

Η ώρα περνάει και το σκηνικό παραμένει ίδιο. Ο χρόνος μας τελείωσε και έπρεπε να αποχωρήσουμε.

Οι εικόνες που ζήσαμε και οι σκέψεις που γεννήθηκαν πολλές και δε σας κρύβουμε και αμφίσημες! Από τη μια η συννεφιασμένη Θεσσαλονίκη, από την άλλη η περίσσια ευαισθησία των ένστολων αρσενικών που δεν άντεξαν την εικόνα και το θόρυβο των ενοχλητικών αναπήρων και το κερασάκι στην τούρτα η απόλυτα «πετυχημένη» προσπάθεια ένταξης των αναπήρων στη συγκεκριμένη συνθήκη της καφετέριας. Η εικόνα όμως που σφηνώθηκε στο μυαλό μας είναι η εικόνα σιωπής που επικρατούσε στα απομονωμένα τραπέζια. Ούτε ένας από το προσωπικό δεν διατάραξε την απόλαυση του πρωινού του καφέ προκειμένου να κάνει αυτό για το οποίο πληρώνεται. Να ασχοληθεί με τους ίδιους τους αναπήρους, τις ευκολίες και τις δυσκολίες τους, να τους παρατηρεί και να τους διευκολύνει, όπου κρίνει απαραίτητο. Δεν θα θέλαμε να σχολιάσουμε αρνητικά μια τέτοια παιδαγωγική μέθοδο, που προστάζει τον διαχωρισμό εργαζομένων και ληπτών υπηρεσιών. Θα θέλαμε όμως να μοιραστούμε την αίσθησή μας, πως τη συγκεκριμένη μέρα και στη συγκεκριμένη συνθήκη, οι πρώτοι δεν είχαν καμιά αλληλεπίδραση με τους δεύτερους ακόμη και σε περιπτώσεις που χρειαζόταν μια πραγματική παρέμβαση, όπως η διευκόλυνση των ενοίκων στο τραπέζι της σιωπής προκειμένου να επικοινωνήσουν. Άραγε τι να συνέβαινε στα μυαλά του προσωπικού; Να μην παρατηρήθηκε από κανέναν το γεγονός; Να μην έχριζε άμεσης αντίδρασης; Να μην ήταν τόσης σημασίας, όση η ενδυνάμωση των διαπροσωπικών σχέσεων μεταξύ των εργαζομένων; Δυστυχώς δεν μπορούμε να έχουμε μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα.

Τέθηκε με πλήρη σαφήνεια ο διαχωρισμός μεταξύ των δύο διαφορετικών κόσμων: υγιών και αναπήρων. «ΕΜΕΙΣ και the Others». Μήπως έχει τύχει να δείτε αυτήν την ταινία; Μιλάει για φαντάσματα που ζουν ανάμεσά μας. Εμάς αυτό μας θύμισε...

Ίσως να βιαστήκαμε να βγάλουμε συμπεράσματα και να παρεξηγούμε την παιδαγωγική μέθοδο που εφάρμοσε το προσωπικό και να την μπερδεύουμε με τεμπελιά, απαξίωση ή αδιαφορία. Ίσως οι στρατιωτικοί να βγήκαν έξω τυχαία εκείνη ακριβώς τη στιγμή που μπήκαν μέσα οι ανάπηροι και εμείς και πάλι να είδαμε μέσα από το δικό μας παραμορφωτικό καθρέφτη… Ίσως! Τότε εμείς θα σας λέγαμε… Μακάρι!

Ερμιόνη Μπολέτη
Τάνια Δουδούμη