Είσοδος

Ποιoς είναι online

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 64 επισκέπτες και κανένα μέλος

Πού βρίσκεσαι:

Μια φορά και έναν καιρό σε μια ομάδα γονέων (τ. 1ο)

Ήταν ένα ανοιξιάτικο βράδυ του Νοέμβρη και μια παρέα που δεν είχε πoτέ ξανασυναντηθεί βρέθηκε γύρω από ένα τραπέζι.  Απλά μεζεδάκια, μπουκάλια με τσίπουρο και μπρούσκο κρασί. Ο καλύτερος τρόπος για να ανοίξουν τα στόματα είναι πρώτα να λαδωθεί η γλώσσα… Και σίγουρα αυτό το μωσαϊκό ανθρώπων είχε κάτι να πει. Το μόνο στο οποίο είχαν συμφωνήσει όλοι ερχόμενοι ήταν να μιλήσουν όχι για τα ειδικά παιδιά τους αλλά ειδικά για τα παιδιά τους...

Η βραδιά ήταν θεματική, ενίοτε δε και αναθεματική για πρόσωπα και καταστάσεις. Όλοι σε αυτή την παρέα ήταν γονείς παιδιών με ιδιαιτερότητες,  με ειδικές ανάγκες, που ήρθαν με την καλή τους διάθεση να μιλήσουν για την πορεία τους, την προσπάθειά τους, τον αγώνα τους. Μέσα από τα βιώματά τους, άρχισε να συντίθεται μια δημιουργική αντιπαράθεση ανάμεσα στην εκπαίδευση και στην εξάσκηση, στη μάθηση και στην κοινωνικοποίηση, στη δεξιότητα και στην αυτονομία…

Σύντομα το λόγο πήρε η Βίκυ. «Ο Αργύρης όταν ήταν δυο χρονώ περπατούσε με το κεφάλι του …εγώ επί ένα χρόνο όπως έσκυβε ο Αργύρης το κεφάλι του, που σερνόταν, το έσερνα και εγώ… Αυτό ήταν, επί τέσσερα χρόνια τις 24 ώρες τις έκανα 48, τη μέρα δε κοιμόμουνα… τον εκπαίδευσα σε όλα… ήταν καθαρά εκπαίδευση και μέχρι και σήμερα μπορώ να  πω τον εκπαιδεύω σε άλλα πράγματα και έχω φτάσει ένα παιδί προσωπικά, εγώ η ίδια, να είναι σήμερα δυο μέτρα λεβέντης, να περπατάει στους δρόμους, να μη σέρνει το κεφάλι, να μην, να μην, να μην… και είμαι πολύ περήφανη γι΄αυτό και τώρα τον αντιμετωπίζω με καμάρι και δε με νοιάζει καθόλου τι λέει ο κόσμος».

Η Λίτσα, ακούγοντας την Βίκυ, είπε «όταν ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη Μυρτώ, είναι η κόρη μου που είναι δεκαεπτά ετών και έχει νοητική στέρηση, έλεγα ότι θέλω να αναλάβει ένας ειδικός, γιατί εγώ δε ξέρω και θέλω να αναλάβει ένας που ξέρει. Εγώ σπούδασα άλλο πράγμα … μετά μου είπαν οι ειδικοί ότι το μαθησιακό καλύτερα να το πάρει κάποιος άλλος και συ ανέλαβε την κοινωνικοποίηση».

Στα λόγια της Λίτσας πρόσθεσε η Ελισάβετ  «τα μαθησιακά δεν είναι για να γίνουμε δασκάλοι στα παιδιά μας. Ξέρουμε τι μας γίνεται. Το θέμα είναι αργότερα να μπορούν να πάνε στο σουπερμάρκετ, να ψωνίσουν μόνοι τους, να δώσουν τα λεφτά, να διαβάσουν, να αφήσουν ένα σημείωμα, να γράψουν το όνομά τους, να συμπληρώσουν μια αίτηση στο Δήμο…»

«Διαφωνώ Ελισάβετ, δεν είναι μόνο αυτά που λες. Πρέπει να ανεβαίνει νοητικά», την διέκοψε ο Προκόπης, «όχι όμως να του μάθεις μηχανιστικά να γράφει μια λέξη. Σημασία έχει να μπορεί να γράψει μια έννοια. Μιλάω για τι στόχους βάζεις· θα βάζεις στόχο το 1000 για να φτάσεις στο 500».

 Ο Κυριάκος διαφώνησε. «Επειδή ήμασταν εκπαιδευτικοί και ξέραμε βασικές αρχές, πήγαμε να μεγαλώσουμε ένα παιδί με Piaget, Freud κτλ. Ξεκινήσαμε έτσι αλλά aυτό είναι το λάθος που κάνουμε και πατάμε εκεί και τα τρελαίνουμε, τα τρελαίνουμε, τα μπλοκάρουμε και αυτά λένε τι στο καλό γίνεται».

Μετά από μια μικρή σιωπή το λόγο πήρε  η Ελισάβετ. Μίλησε για τον τρόπο που ξαναγνώρισε το παιδί της μέσα από την συμμετοχή του σε ομάδες δραστηριοτήτων οι οποίες, όπως είπε, γίνονται ουσιαστικά για να βγαίνουν από την απομόνωση. «Όσον αφορά τον Κρίτωνα, τον τελευταίο χρόνο, από τότε που ξεκίνησαν οι δραστηριότητες, έχει κάνει τρομερή πρόοδο. Πρώτα από όλα επικοινωνεί πολύ καλύτερα και το πιο σημαντικό, είναι χαρούμενος... Βέβαια και εγώ άλλαξα αντιμετώπιση απέναντί του, γιατί μέχρι να ξεκινήσει όλο αυτό αφιέρωσα πολλή προσπάθεια και πολύ χρόνο στο μαθησιακό του. Καθόμασταν με τις ώρες κάθε μέρα και διαβάζαμε,  γράφαμε, είχαμε εξαντληθεί... Μια ταλαιπωρία τι να σας πω. Τα νεύρα μου είχανε πάθει. Είχαμε φτάσει στο σημείο να παίζουμε ξύλο μεταξύ μας. Μια κατάσταση πολύ άσχημη. Από πέρσι είπα ότι θα αλλάξω τακτική, θα αφιερώσω πιο πολύ χρόνο από την προσωπική μου ζωή στο να τον τρέχω από δω και από κει και θα σταματήσω αυτό το ψυχοφθόρο που έχω κάθε μέρα με το διάβασμά του, να μάθει να γράφει και να διαβάζει σωστά.

Πραγματικά είδα διαφορά. Πρώτα από όλα αγαπηθήκαμε με τον Κρίτωνα και εγώ τώρα είμαι πολύ ικανοποιημένη που έρχεται και μου λέει μαμά σε αγαπάω πάρα πολύ και με χαϊδεύει και φιλάει και είναι πολύ τρυφερός. Αλλά και επειδή βλέπω ένα παιδί χαρούμενο. Πιστεύω ότι αυτός είναι ο στόχος μας».

 

Κοινωνική μάθηση και ...βουλκανιζατέρ

Ο Προκόπης  δεν νιώθει ότι αυτό είναι κάτι που του αρκεί. «Και πάλι διαφωνώ ρε παιδιά, τι σημαίνει κοινωνική μάθηση; Ο Ανδρέας πήγε μέχρι δέκα χρονών σε ένα κανονικό σχολείο και έβλεπα ότι δε μπορούσε να … Συνέχεια πηγαίναμε στους δασκάλους, μαλώναμε με τους δασκάλους -δε φταίγανε και οι άνθρωποι εντάξει. Λέγανε δε τραβάει άλλο, πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε. Και πέσαμε ύστερα οι δύο γονείς να κάνουμε δουλειά με το παιδί». Αλλά τα λόγια της Μελίνας τον διακόπτουν. Έχει αρχίσει να περιγράφει μια πρόσφατη περιπέτεια της κόρης της «όταν βρέθηκε με λάθος λεωφορείο στη Χαριλάου και την περιμάζεψε ο κύριος από το βουλκανιζατέρ. Η κόρη μου είπε παρακαλώ πάρτε τη μαμά μου. Ήξερε το κινητό μου γιατί είχα προνοήσει να της μάθω το νούμερο. Και ενώ φτάσαμε ο αδερφός της και εγώ πράσινοι, η Ματούλα έπινε το καφεδάκι της και χαριεντιζόταν με τους κυρίους του βουλκανιζατέρ»…

«Είχε και άγνοια του κινδύνου εκείνη την ώρα» σχολίασε η Λίτσα.

«Όχι δεν είναι έτσι, όχι, γιατί άμα αρχίσω να σκέφτομαι έτσι αρχίζω και υποτιμώ τη νοημοσύνη και τις ικανότητές της... Το πρώτο πράγμα που με ρώτησε είναι μαμά τρόμαξες; Ένα παιδί που δε καταλαβαίνει τον κίνδυνο, δε ρωτάει» της απάντησε η Μελίνα.  

Ο Προκόπης ακούγοντας τις ιστορίες των άλλων γονιών  δε δείχνει να έχει πειστεί για τον άλλο δρόμο, άλλωστε σκοπός δεν είναι αυτός. Έχοντας ένα παιδί που θέλει «supervisionforlife» (διά βίου εποπτεία) μοιράζεται με τους υπόλοιπους τη θέση του, την ανυπόταχτη ελπίδα του αλλά και τον καημό του. «Αν άκουγα εγώ σήμερα όλους αυτούς τους ανθρώπους, θα ήμουν στον πάτο. Σήμερα το παιδί μου θα ήταν στον πάτο, δε θα ήταν εδώ που βρίσκεται… Παιδιά κοιτάξτε να δείτε, άλλοι πιστεύουν ότι οι στόχοι πρέπει να είναι πάντα πιο ψηλοί από αυτό που πιστεύουμε ότι μπορούν τα παιδιά μας. Πάντα πρέπει να είναι πιο ψηλοί, γιατί πάντα φτάνεις λίγο πιο κάτω. Και κει είναι που μου λέγανε φίλοι μου, άνθρωποι δικοί μου που ήτανε μέσα στο χώρο, τι πας τώρα, ξοδεύεις τα λεφτά σου, μην πας, κράτησέ τα. Ποια να κρατήσω; Και δισεκατομμύρια να είναι, την άλλη μέρα θα μπει σε ένα ίδρυμα και αυτό ήτανε. Τίποτα. Θα είναι μια χαμένη υπόθεση…Είμαι γραμμένος την Αμερικάνικη σχολή, σε neurofeedback. Τι να μου κάνουν όλα αυτά;  Το πρόβλημά μου είναι αυτό: είμαι εξήντα, θα είμαι εβδομήντα σε δέκα χρόνια, το παιδί μου θα είναι τριανταπέντε-σαράντα χρονών.  Εκεί λέω, τι θα γίνει;

Όσο μεγαλώνω καταλαβαίνω ότι αυτή η προσπάθεια γίνεται δυσβάστακτη. Δε μπορώ να τη σηκώσω. ‘Οσο μεγαλώνω δε μπορώ. Το βλέπω αυτό το πράγμα -και στο μυαλό μου και στο σώμα μου. Δεν αντέχω την προσπάθεια. Αν πω ότι δε θα φτάσει ο Ανδρέας, θα παραιτηθώ και θα πάει εκατό σκαλιά πίσω, όπως οποιοδήποτε παιδί. Γι’αυτό λέω ότι είναι κερατάδες οι ειδικοί, οι επαγγελματίες, γιατί με έσπαζαν από την αρχή ακόμα και όταν ο Ανδρέας ήταν δύο χρόνων, πριν είκοσι χρόνια. Πήγαιναν να με ακυρώσουνε σαν άνθρωπο, με σπάζανε να μην παλέψω για αυτό το πράγμα, να μη παλέψω για το παιδί μου. Δεν είναι θέμα περηφάνιας, είναι θέμα ικανοποίησης, είναι ότι αξίζει η ζωή για αυτό το πράγμα, αξίζω εγώ …»

Μετά από αυτή την συναισθηματική αποκάλυψη του Προκόπη φάνηκε πως ο ίδιος, όπως και οι υπόλοιποι γονείς, δεν έχουν εν τέλει στεγανά ως προς τον δρόμο που έχουν επιλέξει να πορευτούν με τα παιδιά τους. Οι γονείς των παιδιών με ειδικές ανάγκες είναι για τον Προκόπη όπως χαρακτηριστικά αναφέρει μια «φυλή» και ακόμα και τους γονείς που έχουν διαφορετικές απόψεις από αυτόν τους θεωρεί «συντρόφους». Η κοινή τους ανάγκη δεν είναι να πείσουν ή να πειστούν με ρεαλιστικά επιχειρήματα για να αναθεωρήσουν στρατηγικές ή τακτικές. Η κοινή τους ανάγκη είναι να ακουστούν. Και αυτό έκανε ο Προκόπης, ζήτησε να ακουστεί.

 

Τι κάνω για μένα;

Είναι αυτονόητο ότι το να είσαι γονιός ενός τέτοιου παιδιού είναι ψυχικά απαιτητικό. Αυτό όμως που δεν είναι ίδιο στους γονείς είναι, η διαχείριση μιας τέτοιας κατάστασης. Οι δικοί μας γονείς, όταν θίχτηκε αυτό το θέμα, μοιράστηκαν και αντιπαρατέθηκαν μέσα από τα βιώματα τους δείχνοντας τις διαφορετικές τους ιδιοσυγκρασίες και τις διαφορετικές τους στρατηγικές.

Ο Κυριάκος είναι σαφής. «Υπάρχει ο προβληματισμός τί κάνω για μένα, πώς υποστηρίζω  τον εαυτό μου.  Δεν αντέχω άλλο, θέλω κάτι να κάνω. Πώς θα φορτώσω τις μπαταρίες μου, τί κάνω για μένα; Εγώ κάνω θέατρο. Πάω στο  θέατρο, κάθομαι τέσσερις ωρίτσες, κάνω την τρέλα μου. Γεμίζεις  μπαταρίες. Και μετά είσαι  χαλαρός. Έτσι είναι πιο εύκολο για τους δυο γονείς να επικοινωνήσουν καλύτερα, να δουλέψουν, να υπάρξει αποτέλεσμα. Εμάς, τουλάχιστον, έτσι μας προέκυψε, δεν το προγραμματίσαμε. Και η γυναίκα μου κι εγώ, ο καθένας μας προσπαθεί να δώσει χρόνο στον άλλο- εγώ ασχολούμαι με το  θέατρο, η γυναίκα μου θα φύγει τέσσερις ώρες, θα πάει ζωγραφική. Ζορίζομαι, αφού πέφτουν όλα πάνω μου. Αλλά ξέρω πολύ καλά ότι το έχει ανάγκη. Ξέρω ότι όταν επιστρέψει θα είναι μια άλλη γυναίκα, με άλλη στάση. Κι αυτό είναι ένα αλισβερίσι. Δίνω και παίρνω πίσω σε άλλη μορφή».

Στο ίδιο μήκος κύματος και η Μελίνα. «Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι αν δεν ασχοληθώ με μένα δε πρόκειται να ασχοληθώ ποιοτικά με το παιδί μου». 

Η Βίκυ είναι σε μια αμφιθυμία. «Εγώ τώρα τελευταία το έχω ρίξει πολύ στο διάβασμα. Και λέω στον εαυτό μου εκείνες τις δύο ώρες που ασχολείσαι με τον εαυτό σου -γιατί εγώ προσωπικά δεν έχω χρόνο και νιώθω τύψεις καμιά φορά που ασχολούμαι με τον εαυτό μου- μπορείς να τις αφιερώσεις πιο πολύ στον Αργύρη για να εξελιχθεί πιο πολύ το παιδί; Υπήρξε πάρα πολλές φορές μέσα μου αυτό το  ερωτηματικό. Είναι φυσιολογικό να το νιώθω αυτό;»

Αργότερα όταν η Μελίνα τη ρωτάει «υπάρχει κάτι άλλο που μπορείς να κάνεις που να σε γεμίζει;», απαντάει αυθόρμητα αλλά και με χιούμορ «Προσωπικά κάνω. Καθαρίζω το σπίτι. Εννοείς κάτι που να φορτίζω τις μπαταρίες, ώστε να είμαι καλύτερη για τον Αργύρη και για όλη την οικογένεια; Όχι, δεν έκανα τίποτα». Τότεένα μέλος της παρέας τη ρωτάει «Είσαι μονάχα μάνα του Αργύρη;»  

Ο Προκόπης  παρεμβαίνει: «Καλά θες να σου απαντήσει; Με όλα αυτά που έχει πει δεν έχει απαντήσει; Θες να σου απαντήσει αυτό το πράγμα; Πιστεύω ότι  άνθρωποι σαν τη Βίκυ που έχουν δουλέψει με τα  παιδιά  τους δεν μπορούν να βρουν ευχαρίστηση. Τουλάχιστον έτσι νιώθουμε  εμείς με τη γυναίκα μου,  πέραν από το να βλέπουν το παιδί τους να χαμογελάει. Εκεί είναι τα  πάντα».  Οι ερωτήσεις όμως επιμένουν και η ένταση κορυφώνεται.

–«Δεν είσαι γυναίκα; Δεν είσαι σύντροφος;»

–«Τώρα που το λες, ναι, είμαι μάνα, είμαι κόρη. Γυναίκα δεν είμαι, γάμησέ τα»

–«Ε, πως δεν είσαι;»

–«Ε, δεν είναι, αφού στο λέει. Δε μπορείς να το καταλάβεις; Δεν είναι γυναίκα» διακόπτει ο Προκόπης «Δε βλέπεις με τι πάθος μιλάει;»

–«Άσε τι λένε οι άλλοι, εσύ τι λες; Την έχεις τη γυναίκα μέσα σου;»

–«Όχι δε την έχω. Αντάρτης είμαι, δε νιώθω εγώ γυναίκα»

–«Πώς να νιώθει παιδιά, δεν την ακούτε; Δεν το καταλαβαίνετε; Είκοσι χρόνια μέσα σε αυτό το καμίνι, είναι δυνατόν μέσα σε αυτό το καμίνι! Το καμίνι εσείς δεν μπορείτε, όσο και να θέλετε, να το νιώσετε»

–«Προκόπη αυτό είναι μοιρολατρία» επεμβαίνει η Μελίνα.

–«Δεν είναι μοιρολατρία, είναι αποτέλεσμα, είναι συνέπεια. Μα σοβαρολογείτε τώρα;» επιμένει ο Προκόπης.

–«Επιλογή της ήταν σαφέστατα» αντιτείνει η Μελίνα και συμπληρώνει «οι επιλογές γίνονται ανά πάσα στιγμή»

–«Παιδιά τι κάνετε τώρα; Σας έχω μια κάποια εκτίμηση, μη τα λέτε αυτά τα πράγματα τώρα. Παιδιά το θέμα είναι... τι σχέση έχει τώρα αυτό, με δουλεύετε ρε παιδιά, θα με βγάλετε από τα ρούχα μου; Η εκλογίκευση αυτή, τι σχέση έχει με τη βίωση. Μα σοβαρολογείτε τώρα;» επανέρχεται σε έντονο ύφος ο Προκόπης και ακολουθεί σιωπή.

«Προκόπη είκοσι χρόνια το καμίνι το φάγαμε» λέει ο Κυριάκος για να αποφορτίσει το κλίμα.

 

Αποφόρτιση

Ο Προκόπης κάνοντας ένα βήμα πίσω αναφέρει πως «οι επιλογές ορίζονται από τις συνθήκες ζωής του καθενός μας, από πού έρχεται ο καθένας, πως έχει μεγαλώσει ο καθένας, τι κουβαλάει. Εσύ είχες τους γονείς σου, εμείς δεν είχαμε κανένα. Εγώ σταμάτησα τη δουλεία μου αλλά είχα μια οικονομική άνεση ευτυχώς.  Είχα και την πεθερά μου που ήταν κατάκοιτη και αν αρρωσταίναμε οι δύο δεν θα υπήρχε κανένας να σηκώσει το τηλέφωνο. Όλα αυτά καθορίζουν τον άνθρωπο, έτσι δεν είναι;» και παραδέχεται στην ομάδα τον δικό του τρόπο αποκαλύπτοντας το τι κάνει αυτός για εκείνον.

«Τώρα διαβάζω και βρίσκω ώρα για τον εαυτό μου. Θέλω  να   διαβάσω   τα   βιβλία  που μου απομένουν. Αλλά ήρθε η κούραση η οποία είναι ανάγκη, δεν είναι επιλογή, είναι ανάγκη. Έφτασα στο σημείο να δίνω χρόνο στον εαυτό μου από ανάγκη. Εάν η ανάγκη αναγνωριστεί ως επιλογή είναι ακόμα καλύτερα».

«Όταν κάθεστε και ξεκουράζεστε και διαβάζετε ποίηση ας πούμε, νιώθετε ότι στερείτε κάτι από τον Ανδρέα, ή είναι κάτι που το απολαμβάνετε;» ερωτάται ο Προκόπης και απαντά: «Το απολαμβάνω, βέβαια το απολαμβάνω. Πάντα μου άρεσαν τα βιβλία και βρίσκω διέξοδο, ηρεμία, γεμίζω τις μπαταρίες μου».  Έτσι συγκαταβατικά ο Προκόπης αποκαλύπτει τη διέξοδό του απέναντι στους υπόλοιπους και η ένταση εκτονώνεται.

Εάν η κάθε ιστορία έχει ένα δίδαγμα ή θέλει να πει κάτι τέλος πάντων, τότε στον παραπάνω καμβά ας ταυτιστεί ο καθένας με την Ελισάβετ, τη Βίκυ, τον Προκόπη, τον Κυριάκο, τη Λίτσα, τη Μελίνα, με ό,τι διάβασε και τον άγγιξε. Μη βιαστείτε να πάρετε θέση ή να επιλέξετε για αυτούς ένα σωστό δρόμο. Ίσως θα συμφωνήσετε ότι πάντα υπάρχουν τουλάχιστον δύο δρόμοι για τον κάθε προορισμό. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να περπατήσει στους δρόμους του και να απολαμβάνει το σεβασμό των συνταξιδευτών του.  

Το παραμύθι, ο δρόμος, ο αγώνας, για αυτούς, για εμάς, για όλους συνεχίζεται με αποσκευές το ανοιχτό μυαλό και λίγο καλό τσίπουρο...

Κώστας Δαχλύθρας,
Αντρέας Καμπάς,
Αναστάσης Πουλής,
Δημήτρης Σιδεράς