ένωση για τη συμβολή στην ποιότητα

ζωής των ανθρώπων με αναπηρία

Είσοδος

Ποιoς είναι online

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 79 επισκέπτες και κανένα μέλος

Όπερ έδει δείξαι (τ. 4ο)

Η αναπηρία ως μοναδικό ειδικό κριτήριο διορισμού στην ειδική εκπαίδευση:
παιδαγωγική άποψη ή συντεχνιακή φιλανθρωπική επιλογή;

του Γιώργου Μπάρμπα

Τις τελευταίες εβδομάδες του Αυγούστου –μετά τη μείωση που έγινε από το υπουργείο στο ποσοστό πρόσληψης αναπήρων εκπαιδευτικών στην ειδική εκπαίδευση ως αναπληρωτών– υπήρξε κινητοποίηση της ΠΟΣΓΚΑμεΑ με κεντρικό θέμα την πρόσληψη των αναπήρων εκπαιδευτικών με τα προηγούμενα δεδομένα, δηλαδή κατά προτεραιότητα. Το αίτημα διατυπώθηκε σε κείμενα της ΠΟΣΓΚΑμεΑ και της ΕΣΑμεΑ, τις δύο ομοσπονδίες των αναπήρων. Παρόμοια κείμενα από συλλογικούς φορείς και μεμονωμένα άτομα έχουν δει το φως της δημοσιότητας το τελευταίο διάστημα εξαιτίας της πρόθεσης του υπουργείου να περιορίσει αυτό το προνόμιο. Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί που δεν είναι ανάπηροι και εργάζονται στην ειδική εκπαίδευση βρίσκονται ακόμα σε μια θέση αμηχανίας σχετικά με αυτό το θέμα, γιατί ο κίνδυνος να χαρακτηριστείς ρατσιστής, αν έχεις αντίθετη άποψη από αυτήν των φορέων των αναπήρων, είναι μεγάλος. Καιρός είναι, λοιπόν, να ξεπεράσουμε αυτήν την αμηχανία και να επιχειρήσουμε μια ουσιαστική συζήτηση θέτοντας όλα τα ζητήματα ανοιχτά και λέγοντας τα πράγματα με το όνομά τους. Με αυτή τη λογική καταθέτω τις σκέψεις και τις προτάσεις μου.

 

Καίρια ερωτήματα που συνήθως δεν τίθενται στη δημόσια συζήτηση

Όταν μιλάμε για εκπαίδευση, το πρώτο πράγμα που καλούμαστε να απαντήσουμε είναι σε τι θα εκπαιδεύσουμε τους μαθητές, τι χρειάζεται να τους μάθουμε, ποιο είναι το πρόγραμμα σπουδών.

Το δεύτερο που έρχεται αμέσως μετά είναι πώς θα τους εκπαιδεύσουμε, με ποιους παιδαγωγικούς και διδακτικούς τρόπους θα πετύχουμε τους στόχους που τέθηκαν στο προηγούμενο κριτήριο.

Το τρίτο ζήτημα είναι ποιος θα εκπαιδεύσει τους μαθητές μας. Ποιος είναι κατάλληλος, ποιος έχει τις προϋποθέσεις, τα προσόντα που προκύπτουν από τα δύο πρώτα κριτήρια για να είναι εκπαιδευτής.

Αν, λοιπόν, συμφωνήσουμε, ότι τα σχολεία υπάρχουν για να εκπαιδεύονται οι μαθητές και όχι για να λύσουν το πρόβλημα εργασίας που έχουν οι εκπαιδευτικοί και οι άλλες ειδικότητες που εργάζονται σήμερα στο σχολείο, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να απαντήσουμε στα τρία αυτά κριτήρια – ερωτήματα, για να φτάσουμε στη στελέχωση και στη λειτουργία των σχολείων με παιδαγωγικά κριτήρια. Στη συνέχεια, βέβαια, θα χρειαστεί να απαντήσουμε και σε άλλα ερωτήματα που αφορούν στην υποδομή και την οργάνωση της λειτουργίας του σχολείου, αλλά αυτά δεν αποτελούν αυτή τη στιγμή το ζητούμενο της συζήτησης. Έτσι κι αλλιώς έπονται των τριών πρώτων.

Με αυτή τη λογική θα ήθελα να καταθέσω τις παρακάτω επισημάνσεις στη συζήτηση που γίνεται γύρω από τα προβλήματα της ειδικής εκπαίδευσης και ειδικότερα για το θέμα της πρόσληψης αναπήρων εκπαιδευτικών στην ειδική εκπαίδευση.

α) Κανένας φορέας δεν ασχολείται με το πρώτο και πιο σημαντικό θέμα: τι διδάσκονται οι μαθητές στα ειδικά σχολεία, αν μαθαίνουν και τι είδους γνώση λαμβάνουν στη διαδικασία της πολύχρονης παραμονής τους σ’ αυτά. Ούτε οι φορείς των εκπαιδευτικών και των άλλων εργαζομένων αλλά ούτε και οι φορείς των γονιών και των αναπήρων θίγουν αυτό το θέμα. Την ίδια στιγμή καταστροφολογούν λέγοντας ότι τα κενά σε εκπαιδευτικούς και στις άλλες ειδικότητες είναι μεγάλα, ότι οι ελλείψεις σε υποδομές και σε λειτουργικές ανάγκες (όπως η μετακίνηση) θα «διαλύσουν» την ειδική εκπαίδευση και θα οδηγήσουν στο κλείσιμο τα ειδικά σχολεία. Κι αυτό συμβαίνει κάθε χρόνο, τέτοια εποχή. Μετά από δύο τρεις μήνες που –με την συνηθισμένη καθυστέρηση του υπουργείου– τα θέματα αυτά έχουν βρει ένα δρόμο αντιμετώπισης –κατά κανόνα πρόχειρο και προσωρινό- οι τόνοι πέφτουν, για να ανέβουν ξανά τον επόμενο Σεπτέμβρη. Δηλαδή, αν δεν υπήρχαν αυτά τα λειτουργικά και οργανωτικά προβλήματα, οι εργαζόμενοι και οι γονείς θα ήμασταν ικανοποιημένοι; Φοβάμαι πως αυτό δείχνει η διαρκώς επαναλαμβανόμενη ίδια κάθε χρόνο συμπεριφορά. Φαίνεται λοιπόν να μην ενδιαφέρει τη συντριπτική πλειοψηφία των φορέων, τόσο των εργαζομένων όσο και των γονιών, το αν και το τι μαθαίνουν οι μαθητές στα ειδικά σχολεία.

β) Η σημασία του τι μαθαίνουν και πώς εκπαιδεύονται οι μαθητές των ειδικών σχολείων, καθώς και οι πολλές διαστάσεις αυτών των δύο θεμάτων, απαιτούν συστηματική μελέτη, έρευνα και εργασία επίπονη και όχι απλά μια επισήμανση όπως η προηγούμενη. Καταθέτω, λοιπόν, μια πρώτη δημόσια πρόσκληση, σε όποιους ή όποιες έχουν ήδη αναγνωρίσει τη σημασία αυτών των θεμάτων και το μέγεθος του κενού στη λειτουργία των ειδικών σχολείων όλων των βαθμίδων, να ασχοληθούμε συστηματικά και συλλογικά με τη μελέτη τους και τη διαμόρφωση αντίστοιχων προτάσεων.

 

Κοινά ειδικά κριτήρια για όλους τους εργαζομένους στην ειδική εκπαίδευση

γ) Αν συμφωνούμε στη γενική διατύπωση του στόχου των ειδικών σχολείων, όπως αναφέρεται και στα επίσημα κείμενα του υπουργείου παιδείας (περί ικανότητας αυτονομίας και ανεξαρτησίας στη ζωή), τότε τίθεται το ερώτημα με ποιον τρόπο κάθε ειδικότητα και όχι μόνο οι εκπαιδευτικοί μπορεί να συμβάλει σ’ αυτόν τον στόχο. Δεν αρκεί, δηλαδή, να γνωρίζει κάποιος τον επιστημονικό του τομέα (φυσιοθεραπεία, λογοθεραπεία, ψυχολογία, κ.τ.λ.) για να εργαστεί συλλογικά μαζί με τους άλλους εργαζομένους και αποτελεσματικά στο πλαίσιο αυτού του στόχου. Απαιτείται να γνωρίζει όλες εκείνες τις κοινωνικές, αναπτυξιακές και παιδαγωγικές διαστάσεις της αναπηρίας και ειδικότερα των αναπηριών που εμφανίζονται πιο συχνά στα ειδικά σχολεία, ώστε να είναι σε θέση να συμβάλει στη συλλογική προσπάθεια της αξιολόγησης των αναγκών των μαθητών, στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση προγραμμάτων που θα έχουν τις προϋποθέσεις προσέγγισης του στόχου της αυτόνομης και ανεξάρτητης διαβίωσης. Είναι, λοιπόν, αναγκαίο όλες οι ειδικότητες να εξειδικευτούν στα θέματα της αναπηρίας και της ειδικής αγωγής και να μην εστιάζεται το θέμα της εξειδίκευσης μόνο στους εκπαιδευτικούς. Η ανάγκη αυτή είναι επιβεβλημένη, όχι μόνο για όσους πρόκειται να εργαστούν, αλλά και για όσους ήδη εργάζονται στην ειδική εκπαίδευση.

δ) Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ένταξη στο δυναμικό των εργαζομένων στην ειδική εκπαίδευση απαιτεί την ταυτόχρονη ικανοποίηση δύο κριτηρίων: την επιστημονική επάρκεια στο πεδίο της κάθε ειδικότητας και την παιδαγωγική κατάρτιση στα θέματα της αναπηρίας και της ειδικής αγωγής. Αν συμφωνήσουμε σ’ αυτό το πλαίσιο, τότε ο δρόμος, για να λυθούν οι διαφορές του τύπου ποιος είναι ειδικός παιδαγωγός, αν πρέπει να διορίζεται κάποιος με το βασικό πτυχίο, κ.τ.λ., είναι ανοικτός. Γιατί μέχρι σήμερα οι διαφορές αντιμετωπίζονται από πολλές πλευρές με συντεχνιακά κριτήρια και η μια ομάδα προσπαθεί -στη γνωστή και οικεία στην ελληνική κοινωνία νοοτροπία της υπεράσπισης των συμφερόντων της «ομάδας μας»- να «επικρατήσει» έναντι των άλλων. Αν μπορέσουμε να ξεφύγουμε από αυτή τη συντεχνιακή λογική και να συζητήσουμε με κριτήρια παιδαγωγικά για τις ανάγκες εκπαίδευσης των αναπήρων μαθητών, τότε υπάρχει η ελπίδα να κάνουμε τις υπερβάσεις και τις συνθέσεις εκείνες που θα βοηθήσουν να βρούμε τις απαντήσεις που θα ικανοποιούν πρώτα και κύρια την ποιοτική αναβάθμιση της ειδικής εκπαίδευσης. Η επισήμανση αυτή αφορά πρώτα από όλα την έντονη διαμάχη των τελευταίων μηνών για το ποιος πρέπει να θεωρείται ειδικός παιδαγωγός, αυτός με πρώτο πτυχίο ειδικού παιδαγωγού ή αυτός με πτυχίο εξειδίκευσης μετά από παιδαγωγικές σπουδές. Όμως υπάρχουν και άλλες διαφορές που δεν πρέπει να μας διαφεύγουν: σχολικοί ψυχολόγοι έναντι ψυχολόγων που έχουν μεταπτυχιακό ή διδακτορικό στην ειδική αγωγή, κοινωνικοί λειτουργοί από ΤΕΙ με μεταπτυχιακό ή διδακτορικό στην ειδική αγωγή έναντι κοινωνικών λειτουργών από ΑΕΙ δίχως αντίστοιχη εξειδίκευση για να αναφερθώ στις πιο συνηθισμένες. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η διαφορά αντίληψης σχετικά με την περίπτωση των αναπήρων εκπαιδευτικών.

 

Ανάπηροι εκπαιδευτικοί:
ίδια ή διαφορετικά κριτήρια διορισμού στην ειδική εκπαίδευση;

ε) Η ιδιότητα της αναπηρίας καλύπτει το κριτήριο της παιδαγωγικής επάρκειας στην ειδική εκπαίδευση; Αυτό θα έπρεπε να είναι το κύριο ερώτημα και από τη θετική απάντηση αυτού του ερωτήματος θα μπορούσε να προκύψει μια διάκριση για την κατηγορία των αναπήρων εκπαιδευτικών. Αλλά αυτό το ερώτημα δεν ετέθη από κανέναν, ούτε και από τους ίδιους τους ανάπηρους. Κατά τη γνώμη μου η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι πολύ απλή: όχι, η ιδιότητα του αναπήρου δεν συνεπάγεται την παιδαγωγική επάρκεια στην ειδική εκπαίδευση. Η εμπειρία της αναπηρίας είναι μια πολύ σημαντική παρακαταθήκη για κάποιον που θέλει να δουλέψει με ανάπηρους μαθητές, αλλά δίχως την παιδαγωγική και επιστημονική της επεξεργασία είναι ανεξέλεγκτη και μπορεί να αποβεί ακόμα και αρνητική στη σχέση του ανάπηρου εκπαιδευτικού με τους ανάπηρους μαθητές του. Επειδή ίσως υπάρξουν αντιρρήσεις για την παραπάνω θέση, θεωρώ ότι θα ήταν χρήσιμη μια πιο αναλυτική συζήτηση για το πώς τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας -μέσα στα οποία κυρίαρχη θέση κατέχει η εικόνα του εαυτού ως αναπήρου- επηρεάζουν τη κοινωνική και κατά συνέπεια την παιδαγωγική συμπεριφορά και λειτουργία ενός ανθρώπου.

στ) Το ερώτημα που τίθεται από τους φορείς των αναπήρων και από άλλους συνδικαλιζόμενους φορείς ειδικών εκπαιδευτικών είναι το δικαίωμα στην εργασία. Αλλά αυτό δεν μπορεί να συστήνει το βασικότερο ζήτημα. Όχι γιατί δεν υπάρχει αυξημένο πρόβλημα επαγγελματικής αποκατάστασης στους αναπήρους σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Και βέβαια υπάρχει. Αλλά γιατί, όπως αναφέρθηκε ήδη από την αρχή αυτού του κειμένου, η ανάγκη για εργασία δεν μπορεί να είναι το κριτήριο για τον διορισμό στην εκπαίδευση. Ο θεσμός του σχολείου δεν υφίσταται για να επιλύουν οι εκπαιδευτικοί το πρόβλημα της επαγγελματικής τους αποκατάστασης –εν προκειμένω οι ανάπηροι εκπαιδευτικοί- αλλά για να εκπαιδεύονται οι μαθητές. Οι ανάπηροι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να πληρούν τα ίδια κριτήρια που ισχύουν για όλους τους υπόλοιπους εκπαιδευτικούς που εργάζονται στην ειδική εκπαίδευση. Άρα δεν μπορεί να σταθεί καμία διάκριση σ’ αυτό το ζήτημα. Η ύπαρξη ξεχωριστής κατηγορίας για τον διορισμό στην εκπαίδευση δεν στηρίζεται σε κανένα παιδαγωγικό κριτήριο –θέση που ούτε οι ίδιοι οι ανάπηροι εκπαιδευτικοί επικαλούνται- και άρα δεν μπορεί να υφίσταται.

ζ) Η ιδιότητα της αναπηρίας μπορεί και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε όλες τις υπηρεσιακές μεταβολές μετά τον διορισμό, όπως ακριβώς λαμβάνονται υπόψη άλλα ιδιαίτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά των εργαζομένων, όπως είναι ο αριθμός των παιδιών, η εργασία της συζύγου, τα ιατρικά προβλήματα, κ.α. Είναι σωστό και αναγκαίο, ανάλογα με την αναπηρία και την έντασή της, να θεσπιστούν μέτρα κοινωνικής προστασίας των αναπήρων εκπαιδευτικών, όπως για παράδειγμα να προηγούνται στις μεταθέσεις και στις τοποθετήσεις.

η) Το κριτήριο της ικανότητας για παιδαγωγικό έργο είναι απαραίτητο να τεθεί, γιατί είναι γνωστό ότι υπάρχουν περιπτώσεις αναπήρων εκπαιδευτικών που λόγω της αναπηρίας τους δεν έχουν τη δυνατότητα για αυτόνομη διδασκαλία και διαχείριση τάξης. Κανονικά το κριτήριο αυτό θα πρέπει να ελέγχεται για όλους όσους επιδιώκουν να εργαστούν στην εκπαίδευση. Θα μπορούσε να αποτελεί ένα από τα συστατικά της παιδαγωγικής επάρκειας, η οποία δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με το πτυχίο πανεπιστημιακής σχολής. Γιατί το τελευταίο πιστοποιεί την επάρκεια σε μια επιστήμη, ενώ το άλλο την επάρκεια να εργαστείς σε ένα συγκεκριμένο εκπαιδευτικό (επαγγελματικό) πλαίσιο. Είναι γνωστό ότι μια τέτοια συζήτηση είναι ανοιχτή εδώ και αρκετά χρόνια. Δεν προωθείται όμως για πολλούς και διαφορετικούς λόγους, όπως είναι οι συντεχνιακές αντιδράσεις, το οικονομικό κόστος πιστοποίησης της παιδαγωγικής επάρκειας, η απροθυμία των πανεπιστημίων να συμμετάσχουν σ’ αυτή την πιστοποίηση, κ.α. Ωστόσο, μέχρι να βρει τη λύση του το γενικό αυτό θέμα, είναι σημαντικό να τεθεί το ειδικό για τους αναπήρους εκπαιδευτικούς. Γιατί εδώ συντρέχουν και επιπλέον λόγοι που αφορούν σε ανεπάρκειες ή διαταραχές που επηρεάζουν άμεσα την ικανότητα του εκπαιδευτικού έργου. Στο επόμενο αυτονόητο ερώτημα για το ποιος είναι ο κατάλληλος και αρμόδιος φορέας για αυτόν τον έλεγχο, η απάντηση είναι επίσης αυτονόητη: προφανώς κάποιος θεσμός της εκπαίδευσης, δηλαδή του υπουργείου παιδείας και όχι κάποια υπηρεσία του υπουργείου υγείας, όπως ισχύει σήμερα.

θ) Υπάρχουν περιπτώσεις αναπήρων εκπαιδευτικών που έχουν τη δυνατότητα να παράγουν εκπαιδευτικό έργο αλλά όχι αυτόνομα. Έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου ο ανάπηρος εκπαιδευτικός εργάστηκε πολύ παραγωγικά μαζί με άλλον εκπαιδευτικό μέσα στην τάξη, δίχως όμως να έχει ο πρώτος την κύρια ευθύνη των μαθητών και του προγράμματος. Αυτό με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να θεωρείται μειωτικό για τον ανάπηρο εκπαιδευτικό -που αισθάνεται έτσι να είναι ένας δημιουργικός άνθρωπος μέσα στα όρια που ενδεχομένως του επιβάλλει η ανεπάρκειά του- ούτε παραπέμπει σε μια συντεχνιακή αντίληψη του τύπου να «βολέψουμε την κατάσταση». Στα ειδικά σχολεία υπάρχει η ανάγκη του «βοηθού παιδαγωγού», θεσμό που τον συναντούμε σε πολλές άλλες χώρες. Θα μπορούσε, λοιπόν, να θεσπιστεί και στην Ελλάδα ένας ανάλογος θεσμός, μέσα από τον οποίο θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν με ουσιαστικό τρόπο στην ειδική εκπαίδευση πολλοί ανάπηροι εκπαιδευτικοί, που δεν έχουν τη δυνατότητα αυτόνομου εκπαιδευτικού έργου. Είναι μια λύση που ενισχύει την αποδοχή του εκπαιδευτικού μέσα στον επαγγελματικό του χώρο, την αυτοεκτίμησή του και τελικά την κοινωνική του υπόσταση.

η) Για τους εργαζόμενους στα ΚΕΔΔΥ, ΣΔΕΥ και ΕΔΕΑΥ θα πρέπει να ισχύουν τα ίδια κριτήρια που ισχύουν για τους άλλους μη ανάπηρους εκπαιδευτικούς, όπως ήδη αναφέρθηκε. Το πρώτο μέλημα και εδώ δεν μπορεί παρά να είναι η δυνατότητα παραγωγής σ’ αυτές τις δομές του απαιτούμενου παιδαγωγικού έργου (αξιολόγηση, διάγνωση, σχεδιασμός εξειδικευμένων προγραμμάτων, υποστήριξη των άλλων εκπαιδευτικών).

ι) Για τους ανάπηρους εκπαιδευτικούς οι οποίοι δεν έχουν τη δυνατότητα εκπαιδευτικού έργου ούτε και ως βοηθοί παιδαγωγοί, η μόνη αξιοπρεπής λύση για τους ίδιους, αλλά και για την υπηρεσία είναι η εργασία σε διοικητική θέση. Εδώ η λύση του προβλήματος εναποτίθεται στους προϊσταμένους των διοικητικών υπηρεσιών τόσο στο επίπεδο του υπουργείου, όσο και τοπικά. Βασική δυσκολία είναι ο μικρός σχετικά αριθμός αυτών των θέσεων, οι οποίες είναι συχνά κατειλημμένες για πολλά χρόνια από άλλους εκπαιδευτικούς. Μια τέτοια λύση ίσως προξενήσει τριβές μέσα στη διοικητική υπηρεσία· ωστόσο μια τέτοια πολιτική ένταξης αναπήρων εκπαιδευτικών σε διοικητικές θέσεις θα πρέπει να σχεδιαστεί και να υλοποιηθεί προσεκτικά, συναινετικά και σταδιακά.

 

Από τη στιγμή, όμως, που αναφερόμαστε σε διοικητική εργασία, το θέμα «ανοίγει» και μπορεί να συμπεριλάβει τη διοικητική λειτουργία του ευρύτερου κρατικού μηχανισμού. Στο πλαίσιο αυτό μπορούν να στηριχτούν τα επιχειρήματα των φορέων των αναπήρων για την υποστήριξη που απαιτείται από ρυθμίσεις του κράτους, ώστε να εξισωθούν οι ανάπηροι ως προς τις ευκαιρίες εύρεσης εργασίας με τον υπόλοιπο γενικό πληθυσμό. Η διεκδίκηση ειδικών ρυθμίσεων στη διασφάλιση της εργασίας είναι ένα προοδευτικό κοινωνικό αίτημα γιατί εναντιώνεται στην κοινωνική απαξίωση του ανάπηρου που τον θέλει ακόμα και σήμερα σε θέση πιο δυσμενή από τους υπόλοιπους άνεργους ή υποαπασχολούμενους πολίτες. Η προβολή, όμως, αυτού του επιχειρήματος, σχετικά με τη διεκδίκηση μιας θέσης στην παιδαγωγική λειτουργία του σχολείου, αναταράσσει τα πράγματα και δίνει ένα διαμετρικά διαφορετικό νόημα, σε ένα πλαίσιο λειτουργίας όπου κυριαρχεί η συντεχνιακή νοοτροπία και η κουλτούρα της φιλανθρωπίας.