ένωση για τη συμβολή στην ποιότητα

ζωής των ανθρώπων με αναπηρία

Είσοδος

Ποιoς είναι online

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 87 επισκέπτες και κανένα μέλος

Ανακαλύψεις εν ερημία (τ. 2ο)

Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός. Πρώτες βοήθειες στη Θεσσαλονίκη∙ μας ξεπροβοδίζουν ο Δημήτρης και η Τιτίνα, με φροντίδα και αγάπη. Δύσκολο ταξίδι για τη Λάρισα. Ο Κώστας μας περιμένει εκεί∙ ακουμπάμε επάνω του.

Βράδυ στο Νοσοκομείο, στον προθάλαμο της απόγνωσης. Οι ψίθυροι των θεραπευτών, τα “αχ” των αρρώστων, η διανομή φαρμάκων και παρηγοριάς.

Μανούλα, πονάω∙ φοβάμαι. Ο φόβος, αρχέτυπος, καραδοκεί παντού. Απέλπιδες προσπάθειες να τον αποτινάξω. Κι η νύχτα παρούσα!

«Νύχτα, Μονάχα τ’ άστρα. Και πέρα το βάθος του ολάνοιχτου ορίζοντα -[1]

εκεί που πάνε οι άνθρωποι χωρίς τα ονόματά τους».

Σηκώνω το σεντόνι. Κι ο Σικελιανός τι γυρεύει τέτοια ώρα εδώ -με βλέμμα λεπίδι να σκίσει τις γάζες, να αποτρέψει το αναπόφευκτο- πενθώντας τον λεβέντη τον Βαγγέλη, που φανερώθηκε στην εκκλησιά, σακάτης με ξύλινο πόδι, στ’ Οσίου Λουκά το Μοναστήρι.

-Μανούλα; (φωνή βασιλεμένη…)
-Κοιμήσου. Όλα θα γίνουν όπως και πριν…

 

«Όμως δεν γίνεται αλλιώς. Πρέπει κανείς, στο τέλος, να πιστέψει στον εαυτό του.[2]

Πόσες ψευδομαρτυρίες δεν έσωσαν μια ζωή».

Πονάω. Η ένεση παίρνει το δρόμο της κι ο ύπνος, παρήγορος, βρίσκει το δικό του.

«Αυτοί που δεν έχουν πού να πάνε και τους αρκεί μια φιλική λέξη[3]

για να κοιμηθούν στον ουρανό».

 

Λέω,
Διεκδίκησε όχι να πετάξει, μα στους ανθρώπους ανάμεσα να περπατήσει∙ ώσπου, με αιφνίδια και αναίτια κίνηση, χέρι ανόσιο έκλεισε πάλι τους μισάνοιχτους ορίζοντές της. Τραυματισμένη και φυλακισμένη με ματαιωμένη την -ακόμα- φρέσκια ελευθερία της, δεμένη στο κρεβάτι και στα γιατί της, να ματώνει με φόβο τους τοίχους, τα κλειστά παράθυρα, ό,τι ορίζει ένα δωμάτιο.

Ξημερώνει,
ανοίγω σιγά την πόρτα.

Ξάφνου,
ακούω προσκλητήριο να σαλπίζει,
βλέπω ανεμόσκαλες να πέφτουν,
ταξιαρχίες αγγέλων να ξεχύνονται από τους τοίχους,
και ποδηλάτες και ρόδες μεγάλες να γυρίζουν στον αέρα,
και πουλιά από κρύπτες μυστικές να φανερώνονται,
και γράμματα σκόρπια με μια δική τους -υπέροχη- κίνηση να ίπτανται, που, από νύχτα αδύναμη, δεν μπορώ να διαβάσω,
να κάνω τη λέξη κλειδί, που σαν φτερούγα θα σκεπάσει όσα, φοβερά έγιναν.

Όλα κινούνται σ’ ένα ελαφρύ κυματισμό, τυλιγμένα σε μια αχλή που λύνει τα πόδια.

Και βλέπω το δημιουργό τους με ξεχωριστή ευγένεια στο πρόσωπό του∙ Παπανικολάου, ακούγεται,
Χρήστος Παπανικολάου και δίπλα -αρχιερέας, γιατρός, γεννήτορας των ιδεών και του μικρού θαύματος
που συντελείται, νικητήρια μα αυστηρά σαλπίζοντας- Μαλίζος, Κώστας Μαλίζος τ’ όνομά του.

Και πίσω η πομπή, που ακολουθεί,
η Λένα, πανταχού παρούσα, ανεμίζοντας κόμη χρυσή, συντρέχοντας, τον Σαράντο, χαμένο κάπου στο Κιλελέρ,
η Λίτσα, κομίζοντας φρεσκοψημένο ψωμί κι υπομονή,
ο Νίκος και η Σίσυ μ’ αγάπη και τα πρώτα μελομακάρονα.

Να κι οι άλλοι, που σαν από θαύμα πήδησαν απ’ τις τηλεφωνικές γραμμές, κι ήρθαν εδώ τρέχοντας να προλάβουν την πομπή. Τους βλέπω
η Μαργαρίτα και ο Θανάσης, φέρνοντας αγωνία και κυκλαδίτικο αεράκι,
η Βάσω και ο Γιάννης από την Ιταλία, λιώνοντας με την αγάπη τους ακόμα και τα χιόνια του βορά
όπου ζουν,
ο Πέτρος, ο αδελφός απ’ τα “γυάλινα Γιάννινα”,
η Αγγελική, απ’ το κρύο Παρίσι,
ο σοφός Φώτης και η σπιρτόζα Σοφούλα,
Μένη, η παραμάνα και Θοδωρής, ο μεγαλόκαρδος.
ο Γιώργος, νυν και αεί, η Μαιρούλα, συμπαραστάτης και φύλακας χρόνων,
Ζαΐρα, η θαλασσινή και συντρέχτρα,
Ιάσων, αγαπημένος ψυχογιός μου.
Ιωάννα και Μαρίνα, κούκλες και αντάξιες των γονιών τους
κι άλλους -πολλούς-, που δεν ξεχωρίζω∙ με θολωμένα πια τα μάτια.

Γυρίζω το κεφάλι.
Σαράντο, δεν τα πήγαμε κι άσκημα στη ζωή μας.
Αγγίξαμε την ουσία της με προίκα βαριά και πολύτιμη, φίλους ακριβούς.

Έφεξε για τα καλά.
Καλημέρα σ’ όλους σας, από καρδιάς.

Γία Ορφανουδάκη

 

ΗΡΩΙΣΜΟΣ ΔΙΧΩΣ ΗΡΩΑ

του Τάσου Λειβαδίτη: «Ἀνακάλυψη», Τέταρτη ἔκδοση, Κέδρος


Ἄς ἀποχαιρετιστοῦμε, λοιπόν, γιατί ποιός ξέρει — καί
θἄρχονται γενιές καί γενιές καί θά μέ βρίσκουν στήν ἴδια θέση,
ἰδιαίτερα τά βράδια πού λείπω,
τότε πού ὅλα εἶναι θαμπά σά μιά γυναίκα πού γέρασε ἀπό
φόρεμα σε φόρεμα ἤ ἕνα γκρίζο ὁδόσημο πού πάνω του ἀκουμπᾶνε
ἀνύποπτα τά παιδιά,
βέβαια, ὑπῆρξα κι ἐγώ ἀφελής — ἕνας ἰδεολόγος χωρίς
εἰσιτήριο ή ἄκουσα τό τρίξιμο μιᾶς πόρτας μέ τήν ἀληθινή του
σημασία, σάν ἕνα τραγούδι, πού ὅταν βρέχει, παίρνει τό μέρος τῶν
φτωχῶν
καί κάθε τόσο χαμήλωνα τό φῶς τῆς λάμπας, γιά νἄχω μιά
ἀκόμα περιπέτεια, σάν κάποιον πού τόν ἔδιωξαν τόσες φορές, ὥστε
ἔφτασε σέ πλήρη ἄνθιση ἤ ἔπεφτα στόν ὕπνο ὅπως στίς ρόδες ἑνός
ἀμαξιοῦ ἤ ἔστω νά μήν τραγουδάω μόνο τίς νύχτες πού ἡ φήμη
κοιμᾶται —
εἶμαι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνέντιμος: ὅπως αὐτός ὁ κόσμος πού
μόνον ὅταν τόν ὑπόσχεσαι σοῦ ἀνήκει.


[1] Τάσου Λειβαδίτη, από το ποίημά του «Απαγορεύεται η έξοδος», Συλλογή «Ανακάλυψη», εκδ. Κέδρος, σελ. 86

[2] Τάσου Λειβαδίτη, από το ποίημά του «Πλάγια μέσα», Συλ. «Ανακάλυψη», εκδ. Κέδρος, σελ. 89

[3] Τάσου Λειβαδίτη, από το ποίημά του «Δωρεάν στέγη», Συλλογή «Ανακάλυψη», εκδ. Κέδρος, σελ. 98