ένωση για τη συμβολή στην ποιότητα

ζωής των ανθρώπων με αναπηρία

Είσοδος

Ποιoς είναι online

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 41 επισκέπτες και κανένα μέλος

Ένταξη σημαίνει ότι υπάρχεις στη σκέψη κάποιων ανθρώπων, υπάρχεις με κάποιο τρόπο στη ζωή τους

Συζήτηση με δύο εργαζόμενες στα διαμερίσματα, την κ. Όλγα Φωτκατζίκη στο Πανόραμα και την κ. Γιούλη Πασσά στην Τούμπα, και με τον κ. Κυριάκο Καζά, υπεύθυνο των προγραμμάτων αποασυλοποίησης.

«Στο Πανόραμα, ένα σχεδόν χρόνο πριν πάμε στο διαμέρισμα, το είχαμε προετοιμάσει. Με καθημερινές επισκέψεις. Τα παιδιά ήταν ακόμα μέσα στο ίδρυμα και τους παίρναμε για επισκέψεις εκεί και πίναμε καφέ. Εμείς οι εργαζόμενοι πηγαίναμε και κάναμε τα ψώνια μας από το Πανόραμα. Πήγαινα εκεί στο σούπερ-μάρκετ και έπιανα κουβέντα μόνη μου, ότι ξέρετε θα ’ρθούμε σε λίγο και θα είμαστε αυτοί κι αυτοί και θα ’ρχόμαστε για ψώνια. Κάναμε μια πολύ μεγάλη προετοιμασία και στο τέλος δεν είχαμε κανένα πρόβλημα. Ο κόσμος μας δέχτηκε από την αρχή πάρα πολύ ωραία. Μας αγκάλιασε, δεν είχαμε καμία δυσκολία. Είχαμε πολύ κοντά μας τον κόσμο, πάρα πολλούς εθελοντές και κυρίες από γειτονικά σπίτια.»

«Να ορίσουμε και τι σημαίνει ένταξη στην κοινότητα. Δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι θα εργάζεται και θα παίρνει ένα μισθό 1000 ευρώ και θα περιφέρονται όλοι γύρω του. Ένταξη σημαίνει ότι για κάποιους ανθρώπους ο Τάσος υπάρχει στη σκέψη τους, υπάρχει με κάποιον τρόπο στη ζωή τους.»

Επισκεφτήκαμε δύο διαμερίσματα του «Αγ. Δημητρίου», στο Πανόραμα και στην Άνω Τούμπα.
Το πρώτο είναι μια μονοκατοικία με αυλή, μέσα στο χωριό, το δεύτερο, ένα κλασικό διαμέρισμα σε πολυκατοικία, σε μια πυκνοκατοικημένη περιοχή της Α. Τούμπας με έντονη κίνηση και εμπορική δραστηριότητα. Συναντήσαμε όλους τους ενοίκους και συζητήσαμε με δύο εργαζόμενες στα διαμερίσματα την κ. Όλγα Φωτκατζίκη στο Πανόραμα και την κ. Γιούλη Πασσά στην Τούμπα, καθώς και με τον κ. Κυριάκο Καζά.

Διαμέρισμα στο Πανόραμα: ο κόσμος στηρίζει την προσπάθεια.

Στο διαμέρισμα ήταν και οι τέσσερις ένοικοι, τρεις άντρες και μια γυναίκα. Οι άντρες ένοικοι ήταν μαζί από το ξεκίνημα του διαμερίσματος το 2000. Η γυναίκα, η Κάριν, ήρθε μετά.

Φωτκατζίκη:
«Κάθε Δευτέρα και Παρασκευή πηγαίνουν όλοι τους στο ίδρυμα για φυσιοθεραπεία. Ο Τάσος και η Κάριν κάθε Δευτέρα και Πέμπτη απόγευμα πηγαίνουν σε ένα κέντρο ημέρας, όπου απασχολούνται με χαλκό, ζωγραφίζουν και περνούν το απόγευμά τους. Συμμετέχουμε σε συγκεντρώσεις με άλλα άτομα με αναπηρίες, σε εστιατόρια, σε ταβέρνες, σε καφετέριες. Στο σπίτι έρχονται φίλοι και γείτονες για επίσκεψη. Μας ρωτάνε τι θέλουμε να μας μαγειρέψουν, κάτι που δεν μπορούμε να το φτιάχνουμε καθημερινά. Μας το φέρνουν οι άνθρωποι, όχι σαν ελεημοσύνη, αλλά σαν προσφορά, σαν χαρά που έχουν τα παιδιά εδώ στη γειτονιά τους. Η γειτονιά αγκάλιασε τα παιδιά.
Εδώ δουλεύουμε τρία άτομα με κυλιόμενο ωράριο. Το βράδυ κοιμούνται μόνοι τους. Αν χρειαστούν κάτι, σηκώνουν το τηλέφωνο και μετά από λίγα δευτερόλεπτα χτυπά το κινητό κάποιου συναδέλφου. Εμείς επικοινωνούμε μεταξύ μας και κανονίζουμε ποιος θα πάει. Τα παιδιά έχουν εκπαιδευτεί να αντιμετωπίζουν όλες τις καταστάσεις. Είναι πολύ υπεύθυνα άτομα.»

Καζάς:
«Ο Γιώργος είναι στα 50. Έχει οικογένεια σε ένα χωριό κοντά στην Κοζάνη. Τώρα, βέβαια, οι γονείς του γέρασαν και τ’ αδέρφια του έχουν κάνει οικογένεια και παιδιά. Παλιότερα, όταν τους επισκεπτόταν, έμενε κάποιες μέρες μαζί τους. Τώρα πηγαίνουμε ημερήσιες εκδρομές για επίσκεψη. Αλλά κι ο Γιώργος γέρασε. Παλιά είχε ηλεκτροκίνητη καρέκλα, κυκλοφορούσε συνέχεια και ήταν αυτόνομος. Τώρα δυστυχώς η κινητική του κατάσταση έχει επιβαρυνθεί.»

Φωτκατζίκη:
«Ο Τάσος είναι 43. Δουλεύει δυο ώρες κάθε πρωί στο ΚΑΠΗ και κάνει τους καφέδες. Στο σπίτι ασχολείται με τη μαγειρική. Του αρέσει και είναι καλός. Επίσης κυκλοφορεί· γυρίζει το χωριό με τα πόδια. Η Κάριν, γύρω στα 40, είναι η νοικοκυρά του σπιτιού. Έχει αναλάβει το πλύσιμο των ρούχων, το σιδέρωμα, την τακτοποίηση του σπιτιού, την κουζίνα. Εννοείται ότι όλα αυτά γίνονται με υποστήριξη, αλλά έχει διάθεση και κάνει δουλειές.
Όλοι τους είναι πολύ συνεργάσιμοι. Εγώ χαίρομαι πολύ που είμαι μαζί τους. Παίρνω χαρά από αυτούς, από τη δουλειά μου μαζί τους. Εδώ στο σπίτι λειτουργούμε όπως θα ήμασταν σε ένα χωριό. Περνά ο κόσμος και μας χαιρετάει. Απέναντι είναι η εκκλησία. Αν κάποια φορά δεν μπορούμε να πάμε βόλτα, θα βγούμε στην αυλή και είναι σαν να είμαστε έξω.»

Καζάς:
«Κλείνουμε μια φορά τη βδομάδα το λεωφορείο του ΟΑΣΘ, αυτό το μικρό για αναπήρους, και πάμε όπου θέλουμε, όπου προγραμματίζουμε. Φέτος πήγαν τέσσερις φορές διακοπές. Μια κυρία από τον σύλλογο φίλων έχει ένα ξενοδοχείο στο Πόρτο-Κουφό. Μας το διέθεσε για μια βδομάδα. Μετά πήγαμε σ’ ένα κάμπινγκ στα Νέα Ρόδα και σε κατασκηνώσεις στη Μεταμόρφωση και στην Ασπροβάλτα.»

Διαμέρισμα στην Τούμπα: επιδίωξη η επαφή με την κοινότητα.

Οι τέσσερις από τους πέντε ενοίκους είναι μαζί από τότε που ξεκίνησε να λειτουργεί το διαμέρισμα, το 2003. Ο πέμπτος ήρθε λίγο αργότερα. Δύο είναι γυναίκες και τρεις άνδρες, όλοι μεταξύ 35 και 50 χρονών. Ο Κώστας με σύνδρομο DOWN, μπορεί και έχει μια συστηματική πρωινή απασχόληση. Έμαθε και πηγαίνει μόνος του τα πρωινά στο σύλλογο DOWN, που βρίσκεται σε σχετικά μικρή απόσταση από το διαμέρισμα. Εκεί συμμετέχει σε μια επαγγελματική δραστηριότητα του συλλόγου· φτιάχνουν μπομπονιέρες για γάμους και βαφτίσια. Ο Άρης απασχολείται τρεις φορές τη βδομάδα στο ίδρυμα ως κηπουρός, ενώ συμμετέχει και μια φορά τη βδομάδα σε πρόγραμμα κολυμβητηρίου. Η Σοφία απασχολείται τέσσερα πρωινά τη βδομάδα στο ίδρυμα ως βοηθός στη φυσιοθεραπεία-«κλητήρας». Η Μέλπω συμμετέχει μια φορά τη βδομάδα σε ομάδα Boccia. Τα απογεύματα, όποτε μπορούμε, βγαίνουμε βόλτα έξω.

Στο διαμέρισμα εργάζονται τέσσερις με πλήρες ωράριο και μια που δουλεύει μισό σ’ αυτό και μισό στο διαμέρισμα της Χαριλάου. Σύμφωνα με την κ. Πασσά, «έτσι δε βγαίνει να υπάρχει δεύτερος στη βάρδια κι αυτό δυσκολεύει σε πολλά πράγματα. Δεν μπορείς να βγαίνεις έξω μόνος σου. Στηριζόμαστε πολύ στους εθελοντές. Με τη βοήθειά τους μπορούμε και έχουμε μια στοιχειώδη επαφή με τον κόσμο. Δεν είναι όμως εύκολο. Προσπαθούμε να βρίσκουμε εθελοντές μέσα από τη ζωή μας εδώ, τις γνωριμίες που κάνουμε στη γειτονιά, στην περιοχή, από κουβέντες με τον κόσμο εδώ γύρω, στα μαγαζιά».

Βέβαια, υπάρχει μια μεγάλη διαφορά με το διαμέρισμα στο Πανόραμα που δούλεψα παλιά. Το Πανόραμα είναι χωριό, ενώ εδώ, μέσα στα διαμερίσματα, είναι πιο αποξενωμένα, όπως είναι παντού στην πόλη. Παρ’ όλα αυτά έχουμε κάποιες επαφές. Η κυρία που μένει δίπλα μας έρχεται για καφέ ή θα πάει στο σπίτι της κάποιος από τους ενοίκους το απόγευμα. Τα παιδιά έχουν κάποιες επαφές με ανθρώπους από τα μαγαζιά, με τους πωλητές στα σουπερ-μάρκετ. Γνωριζόμαστε σιγά-σιγά. Μια ταμίας σε σουπερ-μάρκετ, γνωρίζοντας τα παιδιά, ζήτησε από αυτά να την καλέσουν στο σπίτι. Πράγματι, ήρθε εδώ, μας γνώρισε και έγινε εθελόντρια. Επίσης, έρχονται σπουδαστές που κάνουν την πρακτική τους άσκηση.»

Μπορούν να αναπτυχθούν κοινωνικές σχέσεις μέσα στην κοινότητα;

Ποιος είναι ο στόχος αυτών των διαμερισμάτων; Πού θα μπορούσε να οδηγήσει αυτό το πείραμα, αυτή η προσπάθεια;

Να κοινωνικοποιηθεί ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητές του. Για μένα αυτό είναι το βασικό· μικρά πράγματα, μικρά βήματα, σιγά-σιγά.

Υπάρχει η δυνατότητα για κοινωνική ζωή μέσα στην κοινότητα; Και πώς πρακτικά θα μπορούσε να γίνει; Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Τάσο στο Πανόραμα, που τον γνωρίσαμε. Δουλεύατε και σεις εκεί παλιότερα, από το ξεκίνημα της προσπάθειας. Ο Τάσος, εκεί στο ΚΑΠΗ που πηγαίνει, πώς λειτουργεί με τον κόσμο;

Είναι φοβερά κοινωνικός, είναι πολύ καλός στην επαφή, μιλά με τους ανθρώπους.

Και οι άλλοι πώς τον βλέπουν;

Τον έχουν συνηθίσει. Είναι σ’ ένα χώρο, τον ξέρουν οι άνθρωποι στο ΚΑΠΗ, κάνει καφέδες. Δίνει και παίρνει, και μέσα εκεί αναπτύσσεται κάποια σχέση. Θα μιλήσουν για διάφορα, για το ποδόσφαιρο, για τον πρωινό καφέ, για ό,τι δείχνουν τα πρωινάδικα της τηλεόρασης· δεν έχει σημασία. Τα λένε οι παππούδες μεταξύ τους, τα λένε και με τον Τάσο.

Η περίπτωση του Τάσου είναι ένα παράδειγμα που δείχνει ότι υπάρχει η δυνατότητα να γίνει κάτι ουσιαστικό, όσο λίγο κι αν φαίνεται σε κάποιον άλλο. Αυτός ο άνθρωπος φαίνεται ότι  υπάρχει για κάποιους ανθρώπους, για τους παππούδες του ΚΑΠΗ.

Βέβαια, βοηθά και ότι το Πανόραμα είναι χωριό, δεν είναι απλώς γειτονιά· χαμηλά σπιτάκια, πιο ήσυχοι δρόμοι, οι άνθρωποι κυκλοφορούν πιο άνετα από ό,τι στην Τούμπα ή στη Χαριλάου. Αλλά το είχαμε προετοιμάσει κι εμείς ένα σχεδόν χρόνο πριν πάμε στο διαμέρισμα. Με καθημερινές επισκέψεις. Τα παιδιά ήταν ακόμα μέσα στο ίδρυμα και τους παίρναμε για επισκέψεις εκεί και πίναμε καφέ. Εμείς οι εργαζόμενοι πηγαίναμε και κάναμε τα ψώνια μας από το Πανόραμα. Πήγαινα εκεί στο σούπερ-μάρκετ και έπιανα κουβέντα μόνη μου, ότι ξέρετε θα ’ρθούμε σε λίγο και θα είμαστε αυτοί κι αυτοί και θα ’ρχόμαστε για ψώνια. Κάναμε μια πολύ μεγάλη προετοιμασία και στο τέλος δεν είχαμε κανένα πρόβλημα. Ο κόσμος μας δέχτηκε από την αρχή πάρα πολύ ωραία. Μας αγκάλιασε, δεν είχαμε καμία δυσκολία. Είχαμε πολύ κοντά μας τον κόσμο, πάρα πολλούς εθελοντές και κυρίες από γειτονικά σπίτια.

Κίνδυνος να φτιάξουμε ένα μικρό «ίδρυμα» μέσα στην κοινότητα.

Από αυτά που λέτε φαίνεται ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι οι κοινωνικές σχέσεις μέσα στην κοινότητα. Αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος να μεταφέρουμε απλώς τον ιδρυματισμό από τη μεγάλη μονάδα στη μικρή και να έχουμε ένα μικρό ίδρυμα μέσα στην κοινότητα.

Είναι πάρα πολύ συχνό αυτό το φαινόμενο που λέτε, η «μεταφορά» του ιδρύματος, το να κάνουμε μικρά ιδρύματα μέσα στην κοινότητα. Είναι το πιο συνηθισμένο. Αυτό δύσκολα παλεύεται αφενός λόγω των δυνατοτήτων των παιδιών. Από την άλλη, αν δεν ξέρεις να το δουλεύεις κι αν δεν βάλεις εσύ ο εργαζόμενος το κάτι παραπάνω, τον στόχο, δεν μπορεί η προσπάθεια να ξεφύγει από τον ιδρυματικό χαρακτήρα. Έτσι κι αλλιώς μιλάμε για ανθρώπους βαθειά ιδρυματοποιημένους. Δεν είναι μόνο το ίδρυμα, είναι η νοητική υστέρηση από πίσω, που το κάνει ακόμα πιο βαρύ. Όταν έχουν ζήσει όλα τους τα χρόνια μέσα στο ίδρυμα, η ζωή τους είναι ένα βήμα μπρος και δύο πίσω. Παλεύεις μ’ αυτό, γι αυτό και συχνά είναι μεγάλη η ματαίωση των εργαζομένων.

Η περίπτωση του Τάσου είναι ένα παράδειγμα που θα μπορούσε να δώσει την αίσθηση της αποϊδρυματοποίησης.

Όταν τον συνάντησα για πρώτη φορά, δεν έβαζε ρούχα επάνω του. Μόνο με εσώρουχα κυκλοφορούσε μέσα στο ίδρυμα. Καθόταν στη σκάλα, στο τέρμα του διαδρόμου, κι όποιος κατέβαινε τη σκάλα τον άρπαζε από το πόδι και τον έριχνε κάτω. Μιλάμε για τρελή επιθετικότητα. Και ο άνθρωπος αυτός συνεχίζει να ζει δίχως να παίρνει φάρμακα. Και έχει φτάσει σήμερα σ’ αυτό το επίπεδο που συζητάμε. Δουλειά, πολύ δουλειά, μόνο δουλειά. Αυτό. Πρέπει, όμως, ο άνθρωπος που θα ασχοληθεί να είναι καλά εκπαιδευμένος.

Είναι εντυπωσιακή η διαφορά εικόνας που περιγράφετε για τον Τάσο, και πολύ αισιόδοξη.

Θα ήθελα, επίσης, να σημειώσω κάτι με αφορμή αυτό που είπατε προηγουμένως ότι «για τους παππούδες στο ΚΑΠΗ ο Τάσος υπάρχει». Αυτό, για τον Τάσο συγκεκριμένα, έχει και μιαν άλλη ιδιαίτερη διάσταση. Υπάρχει μια προϊστορία, όπου ο Τάσος δεν ήταν γραμμένος πουθενά, είχε κηρυχτεί ανύπαρκτο πρόσωπο, γιατί είχε γίνει κάποιο λάθος, δεν είχε περάσει στρατολογία, είχε κριθεί ανυπότακτος και στη συνέχεια ανύπαρκτο πρόσωπο. Και για να κάνουμε την άρση ανυπαρξίας και να υπάρξει αυτός ο άνθρωπος, τρέχαμε ένα χρόνο μέσα από διάφορες υπηρεσίες και τη γραφειοκρατία τους. Τελικά ο Τάσος υπάρχει, έχει ταυτότητα και υπάρχει μέσα στην κοινότητα. Να ορίσουμε και τι σημαίνει ένταξη στην κοινότητα. Δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι θα εργάζεται και θα παίρνει ένα μισθό 1000 ευρώ και θα περιφέρονται όλοι γύρω του. Ένταξη σημαίνει ότι για κάποιους ανθρώπους ο Τάσος υπάρχει στη σκέψη τους, υπάρχει με κάποιον τρόπο στη ζωή τους.

Γιώργος Μπάρμπας,
Πέτρος Σταγιόπουλος