ένωση για τη συμβολή στην ποιότητα

ζωής των ανθρώπων με αναπηρία

Είσοδος

Ποιoς είναι online

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 73 επισκέπτες και κανένα μέλος

Η ζωή είναι εδώ ή αλλού;

Πίνοντας καφέ με τους νέους των διαμερισμάτων αυτόνομης διαβίωσης του ΙN.Α.Α.

Με τους ενοίκους των δύο διαμερισμάτων συναντηθήκαμε για πρώτη φορά λίγο μετά το περσινό Πάσχα. Το ραντεβού ήταν για έναν καφέ εκεί στο Φίλυρο. Τότε ήταν οκτώ. Κατηφορίσαμε από το διαμέρισμα και περπατήσαμε μέχρι την καφετέρια του χωριού, που συνήθως πηγαίνουν οι ίδιοι για καφέ.

Στην κουβέντα πήραν μέρος πέντε κυρίως νέοι. Μιας και δεν χρησιμοποιούμε τα ονόματά τους, χρειάζεται να δώσουμε κάποια χαρακτηριστικά για να καταλαβαίνει ο αναγνώστης ποιος μιλά κάθε φορά. Οι δύο ήταν οι «μεγάλοι», οι υπεύθυνοι των δύο διαμερισμάτων. Έτσι θα αποκαλούνται και στη συνέχεια. Από τους άλλους τρεις, οι δύο ήταν ή έδειχναν συγκριτικά οι πιο «ανεξάρτητοι». Ήταν αυτοί που δήλωναν ότι «ήξεραν» τα πιο πολλά από αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο, οι «έμπειροι», οι «ειδήμονες». Ο πέμπτος ήταν πιο «θυμωμένος», πιο «ορμητικός». Είναι σαφές ότι τα χαρακτηριστικά αυτά, είναι στοιχεία που αφορούν στη συζήτηση που κάναμε εκείνη τη βραδιά και σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν γενικότερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των νέων. Η συζήτηση ξεκίνησε σε μια καφετέρια που ήμασταν αρχικά μόνοι μας.

Όνειρα για το αύριο

Οι δυο «ειδήμονες» ήταν και οι πρώτοι που μίλησαν για τα όνειρά τους.

Του χρόνου τελειώνω το σχολείο. Το ίδιο και η κοπέλα μου. Θα πάω εγώ στους γονείς μου, αυτή στους δικούς της. Θα βρούμε δουλειά. Θα νοικιάσουμε ένα σπίτι μαζί. Θα μείνουμε μαζί, θα κάνουμε οικογένεια, θα ’χουμε παιδιά. Θα ζούμε μια χαρά. Θα έχω τα λεφτά στην τσέπη μου, το δικό μου αμάξι, τη μηχανή μου, την κοπέλα μου, τα παιδιά μου, τους φίλους μου. Τι με νοιάζει άλλο! Μια χαρά! Στα ίδια χνάρια και ο δεύτερος. Οι νεότεροι χαμογέλασαν αμήχανα. Οι δυο μεγάλοι δεν μίλησαν εκείνη τη στιγμή. Αργότερα ο ένας «μεγάλος» μίλησε για τη δουλειά -να έχω μια δουλειά- ο άλλος για την κοπέλα που βρήκε μέσα από το συγγενικό του περιβάλλον. Μιλά κάθε μέρα μαζί της στο τηλέφωνο. Δεν την έχει δει ακόμα. Το καλοκαίρι θα τη γνωρίσει από κοντά, όταν πάει στο χωριό. Δηλώνει, όμως, σίγουρος γι’ αυτήν, την θέλει, την αγαπά. Και πού ξέρεις πώς μπορεί νά ’ρθουν τα πράγματα! Δεν το λέει, το υπαινίσσεται με μισό χαμόγελο, δεν τολμά να το πει ούτε στον εαυτό του, αλλά αν κάτσει η σχέση και πάει στο χωριό να ζήσει μαζί της, να το όνειρο!

Η κουβέντα γυρίζει. Η ζωή στο διαμέρισμα, οι διακοπές, η διασκέδαση, το έξω.

Φαίνεται ότι δεν είναι τα πράγματα ίδια για όλους. Οι περισσότεροι δεν εκφράζουν δυσαρέσκεια για κάτι. Θέλουν και το έξω και τα παιχνίδια στο σπίτι.

Είχαμε παλιότερα play-station, παίζαμε ποδόσφαιρο. Ο πρώτος «μεγάλος» φαίνεται να νοιάζεται μόνο για τη «δουλειά», να δουλεύει συνέχεια, πρωί απόγευμα. Οι δύο «ειδήμονες» της παρέας φαίνεται να εξισορροπούν περισσότερο την καθημερινότητα με τις επιθυμίες τους. Ή τουλάχιστον έτσι δηλώνουν. Κάνουμε δουλειές, παίζουμε μπάλα, όχι μόνο στην προπόνηση αλλά και μόνοι μας, εδώ κοντά σε ένα γηπεδάκι. Καλά είναι.

Καλά είναι, προσθέτει και ο πιο ανικανοποίητος, ο «θυμωμένος» της παρέας. Το μόνο παράπονο είναι που δεν βγαίνω πολύ έξω. Παλιά ήμουν συνέχεια έξω. Πάνω-κάτω με τα αστικά. Θέλω να βγαίνω έξω. Όχι όμως εδώ (εννοεί στο Φίλυρο). Κάτω στο κέντρο, στην Καμάρα. Έχει ωραίο κόσμο. Νοσταλγεί το παρελθόν στο σπίτι του αλλά όταν τον ρωτήσαμε αν είχε τότε φίλους, πώς περνούσε σ’ αυτές τις διαρκείς μετακινήσεις με τα λεωφορεία, κούνησε το κεφάλι του. Έ, και τότε βαριόμουν λιγάκι.

Οι κολλητοί

Το έξω, τα κορίτσια, οι φίλοι, οι κολλητοί. Ποιος θεωρείται κολλητός; Ποιοι είναι οι κολλητοί τους;

-Κολλητός φίλος είναι αυτός που είσαι συνέχεια μαζί, όχι ο απέξω (εννοεί εκτός του διαμερίσματος). Αν χρειαστεί να πας στο νοσοκομείο δεν θά ’ρθει ο άλλος, θά ’ρθει ο κολλητός σου φίλος, που είστε κάθε μέρα μαζί, λέει με σιγουριά ένας από τους δύο «μεγάλους».

-Είναι λάθος, πετάγεται ο «έμπειρος». Εμένα, όχι τώρα, παλιότερα στο άλλο ίδρυμα, ερχόντουσαν στο νοσοκομείο και αυτοί που μέναμε μαζί αλλά και αυτοί που δεν μέναμε μαζί. Και να μην είμαστε κολλητοί φίλοι, πάλι έρχονται στο νοσοκομείο. Δεν μπορείς να ζεις με όλη την Ελλάδα μαζί. Όταν αρρώστησα και οι γονείς μου ήταν στη δουλειά, πήρα τηλέφωνο ένα φίλο μου, πιο μεγάλο από μένα και του είπα μπορείς να με πας στο νοσοκομείο; Ήρθε, με πήγε με το αυτοκίνητό του, κάθισε μαζί μου εκεί και με έφερε πάλι πίσω.

-Όχι, επιμένουν οι πιο μεγάλοι, δεν είναι έτσι. Δηλαδή, αυτός που γνώρισες στο λεωφορείο δεν είναι φίλος -φίλος. Δεν είναι φίλος αυτός που δεν ζεις κάθε μέρα μαζί. Είπα μια μέρα στην κυρία μου «έχω ένα φίλο». «Εσύ τι νομίζεις» με ρώτησε «ο φίλος αυτός θα έρθει να σε πάει στο νοσοκομείο;» Λέω, «ναι». «Αυτός δεν θα σε πάει. Θα σε πάει ο συγκάτοικος, αυτός που ζεις κάθε μέρα μαζί».

Η ώρα πέρασε δίχως να το καταλάβουμε. Όλοι τους ήξεραν τι ώρα πρέπει να γυρίσουν πίσω. Στην επιστροφή μια μικρή στάση στο γυράδικο για σάντουιτς. Απόλυτη οργάνωση και πειθαρχία. Μπήκαν μέσα μισοί-μισοί για να μην ενοχλήσουν το μαγαζί. Ο πιο μεγάλος μάζεψε τις αποδείξεις και όταν ήταν έτοιμοι πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το διαμέρισμα. Και δω τάξη και πειθαρχία. Τα παπούτσια έξω από το διαμέρισμα, παντόφλες, αλλαγή ρούχων για το βράδυ, πλύσιμο χεριών και στο τραπέζι να φάνε παρέα τα σάντουιτς που αγοράσανε.

Μας ευχαρίστησαν με πολύ ευγένεια για τη βόλτα και τον καφέ και μας ζήτησαν την άλλη φορά να πάμε στο «Κόσμος». Το ήθελαν όλοι και το υποσχεθήκαμε ευχαρίστως.

Τι περιμέναμε;

Στο δρόμο της επιστροφής από τα διαμερίσματα συζητούσαμε οι δυο μας σκεφτικοί. Τα συναισθήματα ανάμεικτα, το ίδιο και οι σκέψεις. Τι περίμενε κανείς από μια τέτοια συνάντηση;

Τι περίμεναν τα παιδιά, δεν ξέρω. Φαίνεται ότι τους άρεσε η ιδέα να βγούμε για καφέ, γιατί κανείς δεν γκρίνιαξε που άφησε τις άλλες του δουλειές. Ίσως τους άρεσε η ιδέα να περάσουν ένα διαφορετικό απόγευμα, να μιλήσουν με καινούριους ανθρώπους σε ένα χαλαρό περιβάλλον. Ίσως. Ό,τι κι αν ήταν, φάνηκε να το ευχαριστήθηκαν. Από την αρχή το κλίμα ήταν ζεστό και φιλικό. Άλλωστε οι δύο μεγάλοι ήξεραν τον Πέτρο από την εποχή που δούλευε εκεί. Αλλά και οι άλλοι φάνηκε να εμπιστεύονται από την αρχή τους δύο μεσήλικες που βρέθηκαν στην παρέα τους και ήταν φίλοι με τους εργαζόμενους στα διαμερίσματα.

Εμείς τι περιμέναμε; Την αναπηρία να εκτίθεται στην καφετέρια; Τον ιδρυματισμό να αποκαλύπτεται στους συνήθεις θιασώτες της αναπηρικής έρευνας; Μάλλον τίποτα από όλα αυτά. Ή καλύτερα και αυτά μέσα σ’ όλα τα άλλα της εφηβείας· μέσα στην ανάγκη των νέων για περισσότερη ελευθερία –πόσο μάλλον για τη συγκεκριμένη εφηβεία που συναντήσαμε· μέσα στο αίτημα για περισσότερη ζωή, πιο πολύ, πιο βαθιά μέσα στον κόσμο· μέσα στην ένταση των ερωτικών και σεξουαλικών επιθυμιών· μέσα στα όνειρα για το αύριο. Συνειδητοποιούμε ότι αυτά τα «άλλα της εφηβείας» -της κάθε εφηβείας- κυριάρχησαν στην κουβέντα μας με τους οκτώ νέους. Και νιώθουμε χαρούμενοι. Γιατί το ζήσαμε έτσι, δίχως να μας εμποδίσει το επαγγελματικό σαράκι της «μελέτης και παρατήρησης του προβλήματος». Όχι ότι δεν προσέξαμε και δεν είδαμε. Είδαμε τη μεγάλη ανάγκη (και λίγο φόβο) για σχέσεις με άλλους ανθρώπους. Είδαμε την αβεβαιότητα και την ομίχλη για το αύριο. Είδαμε τη συστηματική εκπαίδευση που έκρυβε η άψογη και οργανωμένη συμπεριφορά τους. Μα πάνω απ’ όλα είδαμε ανθρώπους που δεν παραιτήθηκαν, μ’ όλη την κόλαση του χτες που κουβαλούν μέσα τους· ανθρώπους που γελούν και χαίρονται σε κάθε ευκαιρία, που έχουν την «αποκοτιά» να θέλουν τη ζωή που έχουν οι «άλλοι». Γι’ αυτό, ίσως και μόνο γι’ αυτό, είχε νόημα τούτο το κείμενο που γράψαμε· γι’ αυτή την «αποκοτιά» στη ζωή, και για όσους ανθρώπους γύρω τους πίστεψαν ότι άξιζε τον κόπο να το ρισκάρουν.

Γιώργος Μπάρμπας,
Πέτρος Σταγιόπουλος